ΠΑΘΗΣΕΙΣ

Παιδιατρική Ρευματολογία






ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Ραγοειδίτιδα


Ο όρος ραγοειδίτιδα αναφέρεται στη φλεγμονή του οφθαλμού. Διακρίνεται σε πρόσθια, διάμεση, οπίσθια ή πανραγοειδίτιδα ανάλογα με το τμήμα του οφθαλμού που εμφανίζει την προσβολή.

Εκδηλώνεται συχνά σε ασθενείς με Νεανική Ιδιοπαθή Αρθρίτιδα και κυρίως σ’ αυτούς που πάσχουν από την ολιγοαρθρική μορφή. Σε ορισμένες περιπτώσεις προηγείται η ραγοειδίτιδα της αρθρίτιδας και μάλιστα εμφανίζει σαφή θετική συσχέτιση με την ύπαρξη αντιπυρηνικών αντισωμάτων (ΑΝΑ). Μπορεί να εμφανιστεί και σε άλλα αυτοάνοσα νοσήματα, όπως η σαρκοείδωση, η συστηματική σκλήρυνση, η νόσος Αδαμαντιάδη-Behcet κ.ά., ενώ σε απουσία αυτών και δεδομένου ότι έχουν αποκλειστεί άλλα αίτια (π.χ. λοίμωξη) χαρακτηρίζεται ως ιδιοπαθής.

Κλινικά μπορεί να εκδηλωθεί με πόνο, ερυθρότητα, φωτοφοβία και διαταραχή της όρασης, αλλά συχνά δεν εμφανίζει κανένα σύμπτωμα.

Η διάγνωση τίθεται από τον οφθαλμίατρο μετά από εξέταση σε σχισμοειδή λυχνία.

Στα αρχικά στάδια η πρόσθια ραγοειδίτιδα αντιμετωπίζεται με τοπική θεραπεία με οφθαλμικές σταγόνες κορτιζόνης, βάσει των οδηγιών του οφθαλμιάτρου. Παρατεταμένη χρήση όμως αυτών είναι δυνατόν να οδηγήσει σε επιπλοκές από τους οφθαλμούς, όπως γλαύκωμα και καταρράκτης.

Σε μη ικανοποιητική απάντηση απαιτείται πάντα, σε συνεργασία με ειδικό παιδορευματολόγο, αγωγή με συστηματικά φάρμακα, όπως η μεθοτρεξάτη, το adalimumab, το infliximab κ.ά.